
Η αμηχανια του την ωρα που οδηγουσε την επιβεβαιωνε ολο και πιο πολυ οτι ισως τελικα να εκανε λαθος που του ζητησε να τη γυρισει σπιτι. Προσπαθησουσε να βρει ενα θεμα να ανοιξει αλλα οι λεξεις με δυσκολια εβγιαναν απο το στομα της. Μετρουσε τα φαναρια της διαδρομης, κοιτουσε στιγμιαια τους περαστικους.. Το ραδιο επαιζε ερωτικα τραγουδια, "Τι ειρωνεια Θεε μου!", ψιθυρισε κοιταζωνας τον εντρομη μηπως ακουστηκαν οι σκεψεις της. Ο Ακης οδηγουσε νευρικα αναβοντας το ενα τσιγαρο μετα το αλλο. Σε μια διασταυρωση πατησε το γκαζι βγαζοντας μια ανασα ανακουφισης. "Εισαι σοβαρος τι κανεις? Θες να μας σκοτωσεις??? Που πας απο δω?" Ηξερε πως δεν επροκειτο να παρει καμια απολυτως απαντηση, συνεχισε να τον κοιταζει με απορια. Ποτε δεν ειχε ξαναδει αυτη την περιεργη εκφραση στο προσωπο του, κι ηταν απο αυτες που ελεγχαν διεξοδικα καθε κινηση του, καθε συμπεριφορα και χαμογελο..
Για τη Σοφια ολο αυτο ηταν ανεκαθεν μερος του πιο ομορφου και δελεαστικου ονειρου της. Να την επαιρνε μακρια απο ολους και απ' ολα, οι δυο τους, χωρις να τους νοιαζει τι θα πουνε οι γυρω τους. Ηξερε ομως πολυ καλα οτι ο Ακης δεν ηταν απο εκεινους που τολμανε ή που θα θυσιαζαν φιλιες και ηθικες αξιες για ενα μεγαλο ερωτα. Ξυπνησε αποτομα απο τις σκεψεις και τις ελπιδες που ηταν βυθισμενη και παρατηρησε με απορια το σκοτεινο δρομακι απο το παραθυρο. Το μερος της θυμιζε πολλα, ειχε ξαναρθει αλλα ποτε τοσο μπερδεμενη. Ο Λυκαβητος ηταν ενα μερος για ερωτευμενους, και γνωριζε πολυ καλα πως καθε αλλο παρα ερωτευμενος θα μπορουσε να ηταν εκεινος μαζι της. Ο Ακης ανοιξε με μια περιεργη βιασυνη την πορτα, αναψε ενα τσιγαρο και φυσηξε με μανια τον καπνο που καλυπτε βιαια ολο το ρομαντικο τοπιο της νυχτερινης Αθηνας.
Ηταν σειρα της να παρει την αποφαση να βγει απο το αυτοκινητο. Τον πλησιασε με ανασφαλεια και διστακτικοτητα, απλωσε το χερι της στον ωμο του και ψελλισε δειλα "Τι εχεις? Τι σου συμβαινει? Θελω να σε βοηθησω... αφησε με να το κανω.. Νοιαζομαι για σενα"
Τραβηξε αποτομα το χερι της απο πανω του, γυρισε και την κοιταξε με ενα βλεμμα χαραζοντας ενα τρομαγμενο βλεμμα στο προσωπο της. "Δε θελω να με βοηθησεις. Δεν μπορεις. Δεν το καταλαβαινεις? Με τρελαινεις! Δεν ξερω τι να κανω, πως να αντιδρασω. Δεν ειναι αυτο φιλία Σοφια, ειναι κατι αλλο, κατι που, φοβαμαι ακομα και να το σκεφτω. Πρεπει να σταματησει εδω. με καταλαβες? Τελος! Δεν αντεχω, πνιγομαι! Ο Νικος ειναι ο καλυτερος μου φιλος, δεν μπορω να του το κανω αυτο!" Ηταν η πρωτη φορα στη ζωη της που το κλαμα δεν ηταν η αμυνα της σε μια αβολη κατασταση. Ηθελε να του πει τοσα πολλα, δε χωρουσαν αλλο μεσα της ουτε στα ονειρα της ουτε στα μυθηστορηματα που πασχιζε τους τελευταιους μηνες να γραψει. "Σε παρακαλω ηρεμησε, δε σε εχω ξαναδει τοσο τρομαγμενο.. Θα..."
"Δεν εχει "θα" Σοφια. Δεν υπαρχει μελλον δεν το καταλαβαινεις? Θελω να παρεις το Νικο και να φυγετε, να πατε ενα ταξιδι. Θελω να σταματησει ολο αυτο να με βασανιζει. Ο τροπος που θα με κοιταξεις οταν βρεθουμε, ο τροπος που θα σου μιλησω, που θα σε σκεφτω, που θα παρακαλαω να ησουν δικη μου και να μην ημουν τοσο δειλος..." Του πηρε το τσιγαρο απο τα χερια, εκανε μια τελευταια τουρα για να του δειξει οτι τωρα ηρθε η σειρα της να μιλησει, τον πλησιασε και του χαϊδεψε το λαιμο, σαν ενα σημαδι για μια υποτυπωδη ανακωχη αναμεσα τους.
"Το' ξερα πως υπηρχε κατι ιδιαιτερο αναμεσα μας. Ποτε δεν εδωσα το δικαιωμα για κατι παραπανω. Το καταπιεζα μεσα μου τοσους μηνες. Σ' αγαπαω, αλλα ποτε δε θα πληγωνα κανεναν απο τους δυο σας. Δεν περιμενα ποτε οτι θα γινοταν κατι τετοιο. Εχεις δικιο, δεν υπαρχει μελλον, υπαρχει ομως παρον. Κι αυτο που συμβαινει αυτη τη στιγμη δεν ειναι ουτε πεισμα, ουτε επιπολαιοτητα, ουτε ψευτικο. Ειναι αληθινο. Σ' αγαπαω.. Παντα στα ονειρα μου αυτο σου ελεγα. Κι εσυ μ' εσφιγγες στην αγκαλια σου και με φιλαγες με παθος. Φοβαμαι.. Μη.. ασε με να μιλησω. Δεν ξερω αν ονειρευομαι ξανα ή το ζω αυτο, αλλα θελω να στα πω.. Υπηρχαν μερες που καθομουν και χαζευα την ανατολη του ηλιου και δακρυζα και μονο στην ιδεα οτι θα μπορουσαμε καποτε να τη βλεπαμε μαζι. Εβλεπα ταινιες και ουρλιαζα μεσα μου γιατι ηξερα πως δε θα τις δουμε ποτε αγκαλια. Σε κοιτουσα και εβγαινα εξω με την προφαση οτι θελω να παρω ενα τηλεφωνο γιατι δεν αντεχα στη ιδεα οτι φανταζομουν να ερχομαι και να σε φιλαω μπροστα σε ολους χωρις να με νοιαζει τιποτα. Κλεινω τα ματια μου και σε βλεπω. Ακη, αυτο ειναι αγαπη.. Δεν μπορω να πω αλλα ψεματα, με κουρασαν. Σ' αγαπαω..."
Την πλησιασε με ενα μισος στο βλεμμα του σαν τον εξοργιζαν ολα αυτα που ακουγε.. Επνιξε το μισος και τις αναστολες του και σφραγισε την απαντηση του με ενα φιλη στα χειλη της. "Κι εγω το ειχα ονειρευτει ολο αυτο. Δεν ειμαι εγω, δεν μπορει να το κανω εγω ολο αυτο στον καλυτερο μου φιλο.. Σ' αγαπω, αλλα δε σ' εχω, ποτε δε θα σ' εχω.. Δεν εχω τιποτα να σου προσφερω, μονο αυτο. Δε θελω να σταματησω να σε φιλαω γιατι ξερω πως ειναι η μονη μου ευκαιρια για να το κανω. Μισησε με, θα το αντεξω πιο ευκολα απο ολο αυτο που μας συμβαινει" Της εδωσε την πιο θερμη του αγκαλια. Ναι, ηταν μαζι και πλεον ειχε ξημερωσει, οπως στο ονειρο της...
Βγηκε απο το αυτοκινητο με μια αποφασιστικοτητα, εκλεισε την πορτα πισω της χωρις να τον κοιταξει, δεν της αρεσε να βλεπει τα πρασινα του ματια δακρυσμενα.. Ψελλισε ενα "ευχαριστω" και προχωρησε προς την εισοδο του σπιτιου ριχνοντας ενα γραμμα στο ταχυδρομικο κουτι με λυγμους.









