Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμυθι θα σου πω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμυθι θα σου πω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008

Αυτο Ειναι Αγαπη...



Η αμηχανια του την ωρα που οδηγουσε την επιβεβαιωνε ολο και πιο πολυ οτι ισως τελικα να εκανε λαθος που του ζητησε να τη γυρισει σπιτι. Προσπαθησουσε να βρει ενα θεμα να ανοιξει αλλα οι λεξεις με δυσκολια εβγιαναν απο το στομα της. Μετρουσε τα φαναρια της διαδρομης, κοιτουσε στιγμιαια τους περαστικους.. Το ραδιο επαιζε ερωτικα τραγουδια, "Τι ειρωνεια Θεε μου!", ψιθυρισε κοιταζωνας τον εντρομη μηπως ακουστηκαν οι σκεψεις της. Ο Ακης οδηγουσε νευρικα αναβοντας το ενα τσιγαρο μετα το αλλο. Σε μια διασταυρωση πατησε το γκαζι βγαζοντας μια ανασα ανακουφισης. "Εισαι σοβαρος τι κανεις? Θες να μας σκοτωσεις??? Που πας απο δω?" Ηξερε πως δεν επροκειτο να παρει καμια απολυτως απαντηση, συνεχισε να τον κοιταζει με απορια. Ποτε δεν ειχε ξαναδει αυτη την περιεργη εκφραση στο προσωπο του, κι ηταν απο αυτες που ελεγχαν διεξοδικα καθε κινηση του, καθε συμπεριφορα και χαμογελο..



Για τη Σοφια ολο αυτο ηταν ανεκαθεν μερος του πιο ομορφου και δελεαστικου ονειρου της. Να την επαιρνε μακρια απο ολους και απ' ολα, οι δυο τους, χωρις να τους νοιαζει τι θα πουνε οι γυρω τους. Ηξερε ομως πολυ καλα οτι ο Ακης δεν ηταν απο εκεινους που τολμανε ή που θα θυσιαζαν φιλιες και ηθικες αξιες για ενα μεγαλο ερωτα. Ξυπνησε αποτομα απο τις σκεψεις και τις ελπιδες που ηταν βυθισμενη και παρατηρησε με απορια το σκοτεινο δρομακι απο το παραθυρο. Το μερος της θυμιζε πολλα, ειχε ξαναρθει αλλα ποτε τοσο μπερδεμενη. Ο Λυκαβητος ηταν ενα μερος για ερωτευμενους, και γνωριζε πολυ καλα πως καθε αλλο παρα ερωτευμενος θα μπορουσε να ηταν εκεινος μαζι της. Ο Ακης ανοιξε με μια περιεργη βιασυνη την πορτα, αναψε ενα τσιγαρο και φυσηξε με μανια τον καπνο που καλυπτε βιαια ολο το ρομαντικο τοπιο της νυχτερινης Αθηνας.


Ηταν σειρα της να παρει την αποφαση να βγει απο το αυτοκινητο. Τον πλησιασε με ανασφαλεια και διστακτικοτητα, απλωσε το χερι της στον ωμο του και ψελλισε δειλα "Τι εχεις? Τι σου συμβαινει? Θελω να σε βοηθησω... αφησε με να το κανω.. Νοιαζομαι για σενα"



Τραβηξε αποτομα το χερι της απο πανω του, γυρισε και την κοιταξε με ενα βλεμμα χαραζοντας ενα τρομαγμενο βλεμμα στο προσωπο της. "Δε θελω να με βοηθησεις. Δεν μπορεις. Δεν το καταλαβαινεις? Με τρελαινεις! Δεν ξερω τι να κανω, πως να αντιδρασω. Δεν ειναι αυτο φιλία Σοφια, ειναι κατι αλλο, κατι που, φοβαμαι ακομα και να το σκεφτω. Πρεπει να σταματησει εδω. με καταλαβες? Τελος! Δεν αντεχω, πνιγομαι! Ο Νικος ειναι ο καλυτερος μου φιλος, δεν μπορω να του το κανω αυτο!" Ηταν η πρωτη φορα στη ζωη της που το κλαμα δεν ηταν η αμυνα της σε μια αβολη κατασταση. Ηθελε να του πει τοσα πολλα, δε χωρουσαν αλλο μεσα της ουτε στα ονειρα της ουτε στα μυθηστορηματα που πασχιζε τους τελευταιους μηνες να γραψει. "Σε παρακαλω ηρεμησε, δε σε εχω ξαναδει τοσο τρομαγμενο.. Θα..."



"Δεν εχει "θα" Σοφια. Δεν υπαρχει μελλον δεν το καταλαβαινεις? Θελω να παρεις το Νικο και να φυγετε, να πατε ενα ταξιδι. Θελω να σταματησει ολο αυτο να με βασανιζει. Ο τροπος που θα με κοιταξεις οταν βρεθουμε, ο τροπος που θα σου μιλησω, που θα σε σκεφτω, που θα παρακαλαω να ησουν δικη μου και να μην ημουν τοσο δειλος..." Του πηρε το τσιγαρο απο τα χερια, εκανε μια τελευταια τουρα για να του δειξει οτι τωρα ηρθε η σειρα της να μιλησει, τον πλησιασε και του χαϊδεψε το λαιμο, σαν ενα σημαδι για μια υποτυπωδη ανακωχη αναμεσα τους.



"Το' ξερα πως υπηρχε κατι ιδιαιτερο αναμεσα μας. Ποτε δεν εδωσα το δικαιωμα για κατι παραπανω. Το καταπιεζα μεσα μου τοσους μηνες. Σ' αγαπαω, αλλα ποτε δε θα πληγωνα κανεναν απο τους δυο σας. Δεν περιμενα ποτε οτι θα γινοταν κατι τετοιο. Εχεις δικιο, δεν υπαρχει μελλον, υπαρχει ομως παρον. Κι αυτο που συμβαινει αυτη τη στιγμη δεν ειναι ουτε πεισμα, ουτε επιπολαιοτητα, ουτε ψευτικο. Ειναι αληθινο. Σ' αγαπαω.. Παντα στα ονειρα μου αυτο σου ελεγα. Κι εσυ μ' εσφιγγες στην αγκαλια σου και με φιλαγες με παθος. Φοβαμαι.. Μη.. ασε με να μιλησω. Δεν ξερω αν ονειρευομαι ξανα ή το ζω αυτο, αλλα θελω να στα πω.. Υπηρχαν μερες που καθομουν και χαζευα την ανατολη του ηλιου και δακρυζα και μονο στην ιδεα οτι θα μπορουσαμε καποτε να τη βλεπαμε μαζι. Εβλεπα ταινιες και ουρλιαζα μεσα μου γιατι ηξερα πως δε θα τις δουμε ποτε αγκαλια. Σε κοιτουσα και εβγαινα εξω με την προφαση οτι θελω να παρω ενα τηλεφωνο γιατι δεν αντεχα στη ιδεα οτι φανταζομουν να ερχομαι και να σε φιλαω μπροστα σε ολους χωρις να με νοιαζει τιποτα. Κλεινω τα ματια μου και σε βλεπω. Ακη, αυτο ειναι αγαπη.. Δεν μπορω να πω αλλα ψεματα, με κουρασαν. Σ' αγαπαω..."



Την πλησιασε με ενα μισος στο βλεμμα του σαν τον εξοργιζαν ολα αυτα που ακουγε.. Επνιξε το μισος και τις αναστολες του και σφραγισε την απαντηση του με ενα φιλη στα χειλη της. "Κι εγω το ειχα ονειρευτει ολο αυτο. Δεν ειμαι εγω, δεν μπορει να το κανω εγω ολο αυτο στον καλυτερο μου φιλο.. Σ' αγαπω, αλλα δε σ' εχω, ποτε δε θα σ' εχω.. Δεν εχω τιποτα να σου προσφερω, μονο αυτο. Δε θελω να σταματησω να σε φιλαω γιατι ξερω πως ειναι η μονη μου ευκαιρια για να το κανω. Μισησε με, θα το αντεξω πιο ευκολα απο ολο αυτο που μας συμβαινει" Της εδωσε την πιο θερμη του αγκαλια. Ναι, ηταν μαζι και πλεον ειχε ξημερωσει, οπως στο ονειρο της...



Βγηκε απο το αυτοκινητο με μια αποφασιστικοτητα, εκλεισε την πορτα πισω της χωρις να τον κοιταξει, δεν της αρεσε να βλεπει τα πρασινα του ματια δακρυσμενα.. Ψελλισε ενα "ευχαριστω" και προχωρησε προς την εισοδο του σπιτιου ριχνοντας ενα γραμμα στο ταχυδρομικο κουτι με λυγμους.

Ηταν το γραμμα που θα την επαιρνε μακρια απ' ολους και απ'ολα. Ηταν η καταφατικη απαντηση της στην αιτηση για να σπουδασει και να δουλεψει στο Κολλεγιο του Λονδινου. Προτιμησε να το βαλει στα ποδια ή να πληγωθει αντι να πληγωσει? Αγαπησε.....

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2008

Once Upon A Time...


Ξυπνησε με μεγαλη ευκολια, αν και φημιζοταν για την αδυναμια της στον υπνο.. Το ταξιδι εκεινης της μερας το περιμενε με ανυπομονισια εδω και μηνες.. Μαζεψε και τα τελευταια πραγματα της, μπηκε βιαστηκα στο αυτοκινητο που θα τη μετεφερε στο σταθμο του τρενου, στο σταθμο της "ελευθεριας" της.. Στη διαδρομη χαζευε με κλεφτες και διακριτικες ματιες το ζευγαρι που καθοταν απεναντι.. Η κενη θεση διπλα της την αναγκασε να ευχηθει ενας μεγαλος ερωτας να ερθει στη ζωη της και καποια μερα να χαμογελασει, γιατι εκεινη η θεση δε θα ηταν πια κενη.. Οι ωρες στο τρενο περνουσαν και οσο η Μελινα ηταν πιο κοντα στον προορισμο της, τοσο πιο πολυ λαχταρουσε με αγωνια μια καλοκαιρινη αγαπη για εκεινες τις διακοπες, κι ας ηταν μολις 15 ετων..


Εκεινο το καλοκαιρι, το αγορι της αδερφης της ηταν μια προκληση για εκεινη, που επρεπε να αποδειξει στον εαυτο της πως μπορουσε να τα καταφερει.. Το ιδιο και ο φιλος της καλυτερης της φιλης και της ξαδερφης της.. Για τη Μελινα ολα ηταν ενα παιχνιδι, μια παρτιδα σκακι, ενα σταυρολεξο, που ακομα κι αν δεν καταφερνε να το λυσει, ηξερε πως με λιγες κρυφες ματιες στην τελευταια σελιδα, θα συμπληρωνε ολες τις λεξεις..


Τα χρονια περνουσαν κι εκεινη γινοταν ολο και πιο σκληρη με τους γυρω της. Ειχε την πεποιθηση πως μονο οι "κακοι" επιβιωνουν σ' αυτον τον αθλιο κοσμο. Ηξερε να παιρνει παντα αυτο που θελει, να ζει επι πτωματων.. Κι ηταν μολις 17 ετων.. Συναγωνιζοταν τους παντες, στα μαθηματα, στις παρεες, στα αγορια.. Ηθελε να εχει τον πρωταγωνιστικο ρολο και αναμφιβολα, σ' αυτον τον τομεα τα πηγαινε μια χαρα. Εκεινη τη χρονια ενας ακομα "ερωτας" ηρθε να συμπληρωσει εναν ακομα αριθμο στο μπλοκακι της, οπου κατεγραφε με αλφαβητικη σειρα τις "επιτυχιες" της, δειχνοντας τες σε τακτα χρονικα διαστηματα στις φιλες της, μειωνοντας τες. Εκεινη η σχεση ειχε ομως κατι το διαφορετικο, εκεινο το αγορι θα την εκανε "γυναικα", θα της μαθαινε τον ερωτα, τη σημασια του να νοιαζεσαι για καποιον, να χτυπα η καρδια σου σαν τρελη πριν τον δεις. Ηταν το αγορι με το οποιο μεγαλωσε και περασε απο την παιδικη αθωοτητα και αφελεια στην εφηβεια.. Πολλα συνεβησαν ενδιαμεσα, σεξ, αλκοολ, αλητειες, απιστιες, ναρκωτικα.. και η Μελινα ηταν ακριβως η ιδια, οπως τοτε, 2 χρονια πριν, μεσα στο τρενο να περιμενει εκεινο τον μεγαλο ερωτα..


Αφεθηκε, εχασε την αυτοπεποιθηση της, μειωθηκε, ισως για πρωτη φορα.. Ο Στεφανος προσπαθησε να τη μετατρεψει σε κατι που ποτε δε θα μπορουσε να γινει. Για εκεινον η Μελινα δεν ηταν παρα μια "κουκλα", που την εντυνε οπως ηθελε, οποτε ηθελε. Ο ρολος της, η συμπεριφορα και η αξιοπρεπεια της, ολα εξαρτωνατν απο εκεινον. Μια συνηθισμενη νυχτα, οταν ο Στεφανος τη γυρισε σπιτι, μετα απο εναν ασχημο καυγα, τη χτυπησε, με την προφαση οτι ηταν παραπανω "φιλικη" απ' ο,τι επρεπε με τα αγορια της παρεας. Η Μελινα ορκιστηκε οτι δε θα γυρισει ποτε πισω.. Κι ομως.. γυρισε, ξανα και ξανα.. Ο χρονος περνουσε και οι δυναμεις της για να σταθει στα ποδια της ειχαν πια περιοριστει στο ελαχιστο. Το κολλεγιο που την ειχε γραψει ο πατερας της της ηταν πια αδιαφορο, οι φιλοι της ειχαν χαθει γιατι δεν αντεχαν αλλο την καταπιεστικη συμπεριφορα του Στεφανου.


Ανοιξε με λυγμους μια βαλιτσα, εβαλε δυο τρεις αλλαξιες μεσα κι εκλεισε ενα εισητηριo για Θεσαλονικη, δεν αντεχε, πνιγοταν. Ποτε δεν μπηκε σ' εκεινο το τρενο.. Ποτε δε βρηκε τη δυναμη να παει εκει που απο μικρη ηξερε πως θα συναντουσε το μεγαλο ερωτα. Η φυγη αυτη τη φορα δεν ηταν λυση για εκεινη. Αδειασε τη βαλιτσα, σκουπισε τα δακρυα της, σουλουπωσε λιγο τα μαλλια της και βγηκε εξω με μια παρεα που προσφατα, κρυφα απο το Στεφανο, ειχε γνωρισει. Παρα το γεγονος οτι ηταν ψυχολογικα και σωματικα χαλια, για καλη της τυχη, στην παρεα υπηρχε και ενας ποδοσφαιριστης. Οι αθλητικοι τυποι της ηταν παντα αδιαφοροι. "Ειναι πολυ πειθαρχημενοι για τα γουστα μου, εχουν ενα συγκεκριμενο προγραμμα στη ζωη τους που δεν το ανεχομαι", συνηθιζε να λεει. Για τη Μελινα, το βραδυ στο σπιτι του, ηταν απλα μια επιβεβαιωση που την ειχε τοσο αναγκη εκεινη τη στιγμη..


Οι δυο τρεις περιστασιακες εμπειριες που ειχε με ατομα που ουτε γνωριζε αλλα ουτε και την ενδιεφερε να μαθει, δε σταθηκαν αρκετες για να την κανουν να μην υποκυψει σε μια ξαφνικη προταση γαμου του Στεφανου στην πορτα του σπιτιου της. Αυτη τη φορα ταν σιγουρη πως τα πραγματα θα αλλαζαν, εκεινος θα ηρεμουσε και θα την εμπιστευοταν κι εκεινη θα "εκπαιδευοταν" καταλληλα για να γινει μια σωστη νοικοκυρα και, καποτε, μητερα. Τιποτα δεν αλλαξε, τα βραδια που εκλεγε απο αγανακτιση γινονταν ολο και περισσοτερα.. Εσφιγγε τα χερια της για να μην ουρλιαξει απο τον πονο που της προκαλουσε η κατασταση, κοιτουσε με απελπισια τα μαχαιρια στο τραπεζι. Ποσες φορες δεν σκεφτηκε να κοψει τις φλεβες της για να σταματησει αν πονα, ή παρακαλουσε να παθει κατι κακο, μηπως και μ' αυτο τον τροπο της φερθει πιο γλυκα.. Εφυγε, αυτη τη φορα εφυγε.. Εκλεισε την πορτα πισω της και ορκιστηκε να μην ξαναγυρισει..


Τα βραδια ξυπνουσε εντρομη που δεν τον ειχε πλαϊ της. Ολα του τα πραγματα στο σπιτη της, τη πληγωναν, τη γυριζαν παλι πισω.. 2-3 φιλοι ηταν ικανοι για να την κανουν να νιωσει πως αξιζει πολλα περισσοτερα. Αυτη τη φορα πηγε κομμωτηριο, περιποιηθηκε τον εαυτο της, μαζεψε σχολαστικα τα ρουχα και τα πραγματα της και πηγε στο πρακτορειο να κλεισει ενα εισιτηριο για Θεσσαλονικη. Παρ' ολο που η διπλανη θεση δεν ηταν κενη, αλλα ουτε ηξερε και τον συνεπιβατη της, η Μελινα κοιταξε εξω απ' το παραθυρο και χαμογελασε.. Ποσο καιρο ειχε να το κανει αυτο, ακομα και η ιδια δε θυμοταν.. Μενανε μονο 2 ωρες μεχρι να φτασει στον προορισμο της, στην ελευθερια της, μακρια απο καθε στιγμη αδυναμιας. 2 ωρες μεχρι να φτασει εκει... στον παραδεισο της...